conditioner
con
kən
kēn
di
ˈdɪ
di
tio
ʃə
shē
ner
parishionercommissionerpetitioner

Ορισμός και σημασία του "conditioner"στα αγγλικά

01

κοντισιονέρ, καλλυντικό μαλλιών

a liquid or cream applied to the hair after shampooing in order to make it softer and easier to style 
conditioner definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
conditioners
Παραδείγματα
She applied conditioner to her hair to keep it soft and smooth. 

Εφάρμοσε κρέμα μαλλιών στα μαλλιά της για να παραμείνουν μαλακά και λεία.

02

άσκηση κοντισιονάρισματος, δραστηριότητα κοντισιονάρισματος

an exercise or activity designed to improve physical fitness or stamina 
Παραδείγματα
Running is a common conditioner for building endurance. 

Το τρέξιμο είναι ένας κοινός κλιματιστής για την ανάπτυξη αντοχής.

03

προπονητής φυσικής κατάστασης, προετοιμαστής σωματικής κατάστασης

a person who trains or prepares athletes for physical performance 
Παραδείγματα
The conditioner worked closely with the football team. 

Ο προπονητής φυσικής κατάστασης συνεργάστηκε στενά με την ομάδα ποδοσφαίρου.

Λεξικό Δέντρο

conditioner
condition
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store