Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Concertina
01
κονσερτίνα, εξαγωνικό ακορντεόν
a small polygonal instrument that resembles an accordion which is played by pressing keys and pulling and pushing its sides
02
κοντσερτίνα (συλληκτήριο αγκαθωτό σύρμα που χρησιμοποιείται ως εμπόδιο), σπειροειδές αγκαθωτό σύρμα
coiled barbed wire used as an obstacle
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
concertinas
to concertina
01
καταρρέω σαν ακορντεόν
collapse like a concertina
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
concertina
γ΄ ενικό πρόσωπο
concertinas
ενεστώτα μετοχή
concertinaing
απλός αόριστος
concertinaed
παθητική μετοχή
concertinaed



























