concerted
con
kən
kēn
cer
ˈsɜ:
ted
tɪd
tid
concernedconcealedcontortedconceited

Ορισμός και σημασία του "concerted"στα αγγλικά

01

συντονισμένος, κοινός

carried out jointly by multiple individuals or groups 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most concerted
συγκριτικός βαθμός
more concerted
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
action, collaboration, effort
Παραδείγματα
The team made concerted efforts to meet the project deadline, working together to overcome challenges. 

Η ομάδα έκανε συντονισμένες προσπάθειες για να συμβαδίσει με την προθεσμία του έργου, συνεργαζόμενη για να ξεπεράσει τις προκλήσεις.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

disconcerted
preconcerted
concerted
concert
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store