Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
concerted
01
συντονισμένος, κοινός
carried out jointly by multiple individuals or groups
Παραδείγματα
The company 's success was the result of concerted teamwork and collaboration among its employees.
Η επιτυχία της εταιρείας ήταν το αποτέλεσμα συντονισμένης ομαδικής εργασίας και συνεργασίας μεταξύ των εργαζομένων της.
Λεξικό Δέντρο
disconcerted
preconcerted
concerted
concert



























