Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
concerted
01
συντονισμένος, κοινός
carried out jointly by multiple individuals or groups
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most concerted
συγκριτικός βαθμός
more concerted
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
action, collaboration, effort
Παραδείγματα
The team made concerted efforts to meet the project deadline, working together to overcome challenges.
Η ομάδα έκανε συντονισμένες προσπάθειες για να συμβαδίσει με την προθεσμία του έργου, συνεργαζόμενη για να ξεπεράσει τις προκλήσεις.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
disconcerted
preconcerted
concerted
concert



























