Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Conceptualism
01
εννοιοκρατία, δόγμα της εννοιοκρατίας
the doctrine that the application of a general term to various objects indicates the existence of a mental entity that mediates the application
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
conceptualism
conceptual
concept



























