Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Concealment
01
απόκρυψη, καμουφλάζ
a covering that serves to conceal or shelter something
02
απόκρυψη, κρύψιμο
the activity of keeping something secret
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
concealments
03
απόκρυψη, κρύψιμο
the condition of being concealed or hidden
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
concealment
conceal



























