con man
con
kɒn
kon
man
mæn
mān
conman

Ορισμός και σημασία του "con man"στα αγγλικά

01

απατεώνας, αλάνης

a person who deceives others to steal money or gain some personal advantage, using charm, manipulation, or false pretenses 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
con men
Παραδείγματα
The con man swindled elderly people out of their savings. 

Ο απατεώνας εξαπάτησε ηλικιωμένους αφαιρώντας τους τις οικονομίες τους.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store