Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Con man
01
απατεώνας, αλάνης
a person who deceives others to steal money or gain some personal advantage, using charm, manipulation, or false pretenses
Παραδείγματα
Con men often rely on trust and social manipulation to succeed.
Οι απατεώνες συχνά βασίζονται στην εμπιστοσύνη και την κοινωνική χειραγώγηση για να επιτύχουν.



























