comptroller
comp
kən
καν
tro
ˈtrəʊ
τρεου
ller
λα
controller

Ορισμός και σημασία του "comptroller"στα αγγλικά

01

οικονομικός ελεγκτής, ελεγκτής λογαριασμών

a financial officer responsible for managing and overseeing the financial accounts and budgets of an organization 
comptroller definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
comptrollers
Παραδείγματα
The government comptroller meticulously reviews and manages the public finances, ensuring transparency and adherence to fiscal regulations. 

Ο ελεγκτής της κυβέρνησης εξετάζει και διαχειρίζεται μεθοδικά τις δημόσιες οικονομικές υποθέσεις, διασφαλίζοντας τη διαφάνεια και τη συμμόρφωση με τους φορολογικούς κανονισμούς.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

comptrollership
comptroller
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store