Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to comprise
01
περιλαμβάνω, συμπεριλαμβάνω
to be made up of various components or parts within a whole
Transitive: to comprise components or parts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
comprise
γ΄ ενικό πρόσωπο
comprises
ενεστώτα μετοχή
comprising
απλός αόριστος
comprised
παθητική μετοχή
comprised
Παραδείγματα
The committee comprises members from various departments.
Η επιτροπή αποτελείται από μέλη από διάφορα τμήματα.
02
αποτελώ, περιλαμβάνω
to form or be the parts that create a complete whole
Transitive: to comprise a whole
Παραδείγματα
Five departments comprise the entire organization.
Πέντε τμήματα αποτελούν ολόκληρο τον οργανισμό.



























