to comprise
Pronunciation
/kəmˈpɹaɪz/

Ορισμός και σημασία του "comprise"στα αγγλικά

to comprise
01

περιλαμβάνω, συμπεριλαμβάνω

to be made up of various components or parts within a whole
Transitive: to comprise components or parts
to comprise definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
ενεστώτας
comprise
γ΄ ενικό πρόσωπο
comprises
ενεστώτα μετοχή
comprising
απλός αόριστος
comprised
παθητική μετοχή
comprised
Παραδείγματα
The project comprised multiple phases, each with specific objectives.
Το έργο αποτελείτο από πολλαπλές φάσεις, καθεμία με συγκεκριμένους στόχους.
02

αποτελώ, περιλαμβάνω

to form or be the parts that create a complete whole
Transitive: to comprise a whole
Παραδείγματα
Twelve chapters comprise the novel, each adding depth to the plot.
Το μυθιστόρημα αποτελείται από δώδεκα κεφάλαια, καθένα από τα οποία προσθέτει βάθος στην πλοκή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store