Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
complementary
01
συμπληρωματικός, που συμπληρώνουν το ένα το άλλο
useful to each other or enhancing each other's qualities when brought together
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most complementary
συγκριτικός βαθμός
more complementary
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The two colors are complementary and create a harmonious contrast in the painting.
Τα δύο χρώματα είναι συμπληρωματικά και δημιουργούν μια αρμονική αντίθεση στη ζωγραφική.
02
συμπληρωματικός, που ζευγαρώνει σύμφωνα με τους κανόνες ζευγαρώματος βάσεων
having sequences or nucleotides that pair according to the rules of base pairing, essential for DNA and RNA functions
Παραδείγματα
The two DNA strands are complementary, ensuring accurate replication.
Οι δύο κλώνοι DNA είναι συμπληρωματικοί, εξασφαλίζοντας ακριβή αντιγραφή.
03
συμπληρωματικός, βοηθητικός
relating to therapies or practices used alongside conventional medicine to enhance health and well-being
Παραδείγματα
Many patients use complementary therapies like acupuncture to manage chronic pain.
Πολλοί ασθενείς χρησιμοποιούν συμπληρωματικές θεραπείες όπως η βελονθεραπεία για τη διαχείριση χρόνιου πόνου.
Complementary
01
συμπληρωματικός, συμπληρωματικό χρώμα
a color that is directly opposite another on the color wheel, creating a strong contrast when paired
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
complementaries
Παραδείγματα
The artist used blue and orange as complementaries to make the painting more vibrant.
Ο καλλιτέχνης χρησιμοποίησε το μπλε και το πορτοκαλί ως συμπληρωματικά χρώματα για να κάνει τη ζωγραφιά πιο ζωντανή.



























