complaisance
comp
kəmp
kēmp
lai
ˈleɪ
lei
sance
səns
sēns
complacenceobeisance

Ορισμός και σημασία του "complaisance"στα αγγλικά

01

ευπροσηγορία

willingness to do what makes others pleased and accept their opinions 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The diplomat's complaisance helped ease tensions during the negotiations. 

Η ευπροσηγορία του διπλωμάτη βοήθησε να χαλαρώσουν οι εντάσεις κατά τις διαπραγματεύσεις.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store