complaisance
Pronunciation
/kəmplˈeɪsəns/

Ορισμός και σημασία του "complaisance"στα αγγλικά

01

ευπροσηγορία

willingness to do what makes others pleased and accept their opinions
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The manager valued her employee ’s complaisance, which contributed to a harmonious work environment.
Ο διευθυντής εκτίμησε την ευπροσηγορία της υπαλλήλου της, η οποία συνέβαλε σε ένα αρμονικό εργασιακό περιβάλλον.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store