complainant
comp
ˈkəmp
kēmp
lai
leɪ
lei
nant
nənt
nēnt
/kəmplˈe‍ɪnənt/

Ορισμός και σημασία του "complainant"στα αγγλικά

01

κατήγορος, ενάγων

a person who starts a legal case against someone in court
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
complainants
Παραδείγματα
The complainant's evidence was crucial to the case.
Τα στοιχεία του κατήγορου ήταν καθοριστικά για την υπόθεση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store