complainant
comp
kəmp
kēmp
lai
ˈleɪ
lei
nant
nənt
nēnt
complaintcomplaisant

Ορισμός και σημασία του "complainant"στα αγγλικά

01

κατήγορος, ενάγων

a person who starts a legal case against someone in court 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
complainants
Παραδείγματα
The complainant filed a lawsuit for damages. 

Ο καταγγέλλων υπέβαλε αγωγή για αποζημίωση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store