Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
competent
01
ικανός, αρμοστός
possessing the needed skills or knowledge to do something well
Παραδείγματα
The pilot 's competent navigation skills enabled a smooth and safe flight despite adverse weather conditions.
Οι ικανές πλοηγητικές ικανότητες του πιλότου επέτρεψαν μια ομαλή και ασφαλή πτήση παρά τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες.
02
ικανός, ικανότητα
having sufficient skill or knowledge to meet a standard or perform a task satisfactorily, though not exceptionally
Παραδείγματα
The software is competent for everyday use, though not advanced.
Το λογισμικό είναι ικανό για καθημερινή χρήση, αν και όχι προηγμένο.
03
αρμόδιος, εξουσιοδοτημένος
possessing legal authority to handle a matter
Παραδείγματα
Without a competent agency ’s approval, the permit can not be granted.
Χωρίς την έγκριση μιας αρμόδιας υπηρεσίας, η άδεια δεν μπορεί να εκδοθεί.
Λεξικό Δέντρο
competently
incompetent
competent
compete



























