Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
competent
01
ικανός, αρμοστός
possessing the needed skills or knowledge to do something well
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most competent
συγκριτικός βαθμός
more competent
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
As a competent programmer, he was able to troubleshoot and fix the software bug quickly.
Ως ικανός προγραμματιστής, ήταν σε θέση να αντιμετωπίσει και να διορθώσει το σφάλμα του λογισμικού γρήγορα.
02
ικανός, ικανότητα
having sufficient skill or knowledge to meet a standard or perform a task satisfactorily, though not exceptionally
Παραδείγματα
His painting was competent, but it lacked originality.
Ο πίνακάς του ήταν ικανός, αλλά του έλειπε η πρωτοτυπία.
03
αρμόδιος, εξουσιοδοτημένος
possessing legal authority to handle a matter
Παραδείγματα
This matter must be referred to a competent jurisdiction for resolution.
Αυτό το θέμα πρέπει να παραπεμφθεί σε αρμόδια δικαιοδοσία για επίλυση.
Λεξικό Δέντρο
competently
incompetent
competent
compete



























