Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to compete
01
ανταγωνίζομαι, συμμετέχω σε διαγωνισμό
to try to achieve a better result compared to that of other people or things
Intransitive: to compete with a rival | to compete for an achievement
Transitive: to compete to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
compete
γ΄ ενικό πρόσωπο
competes
ενεστώτα μετοχή
competing
απλός αόριστος
competed
παθητική μετοχή
competed
Παραδείγματα
Many companies are competing for market dominance with innovative products.
Πολλές εταιρείες ανταγωνίζονται για την κυριαρχία της αγοράς με καινοτόμα προϊόντα.
1.1
ανταγωνίζομαι, συμμετέχω
to join in a contest or game
Intransitive: to compete in a contest
Παραδείγματα
The two teams will compete in the finals tomorrow.
Οι δύο ομάδες θα ανταγωνιστούν στον τελικό αύριο.
Λεξικό Δέντρο
competence
competent
competition
compete



























