Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Compatriot
01
συμπατριώτης, συμπολίτης
a person from your own country
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
compatriots
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
συμπατριώτης, συμπολίτης