compatriot
com
kəm
kēm
pat
ˈpæt
pāt
riot
rɪət
riet
patriot

Ορισμός και σημασία του "compatriot"στα αγγλικά

01

συμπατριώτης, συμπολίτης

a person from your own country 
compatriot definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
compatriots
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store