Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Companion
01
σύντροφος, συνοδός
someone or something that regularly keeps another company, providing friendship, support, or association
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
companions
Παραδείγματα
She has been his loyal companion for many years.
Ήταν η πιστή σύντροφός του για πολλά χρόνια.
02
σύντροφος, συνοδός
someone who travels with another person, often for mutual support or enjoyment
Παραδείγματα
The tourist had a local companion to guide her through the city.
Ο τουρίστας είχε έναν τοπικό σύντροφο για να την καθοδηγήσει στην πόλη.
03
σύντροφος, βοηθός
a person employed to live with, assist, or provide social company to another
Παραδείγματα
The elderly woman hired a companion to help with daily chores.
Η ηλικιωμένη γυναίκα προσέλαβε έναν σύντροφο για να βοηθήσει με τις καθημερινές εργασίες.
to companion
01
συνοδεύω, κάνω παρέα
to accompany or spend time with someone as a partner or companion
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
companion
γ΄ ενικό πρόσωπο
companions
ενεστώτα μετοχή
companioning
απλός αόριστος
companioned
παθητική μετοχή
companioned
Παραδείγματα
She agreed to companion her friend on the evening walk.
Συμφώνησε να συνοδεύσει τη φίλη της στο βραδινό περίπατο.
Λεξικό Δέντρο
companionable
companionship
companion



























