Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
communicable disease
/kəmjˈuːnɪkəbəl dɪzˈiːz/
Communicable disease
01
μεταδοτική ασθένεια
a disease that can be communicated from one person to another
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
communicable diseases



























