commons
co
ˈkɒ
ko
mmons
mənz
mēnz

Ορισμός και σημασία του "commons"στα αγγλικά

01

κοινόχρηστη γη, αστική πράσινη περιοχή

a piece of open land for recreational use in an urban area 
commons definition and meaning
02

λαϊκός, τρίτη τάξη

a class composed of persons lacking clerical or noble rank 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
commons
03

ο λαός, οι απλοί άνθρωποι

the common people 
04

κοινόχρηστα βοσκοτόπια, κοινά βοσκοτόπια

a pasture subject to common use 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store