Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
agreeable
01
ευχάριστος, ευάρεστος
in accordance with what is desirable or enjoyable for one
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most agreeable
συγκριτικός βαθμός
more agreeable
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The food was agreeable, though not particularly memorable.
Το φαγητό ήταν ευχάριστο, αν και όχι ιδιαίτερα αξέχαστο.
02
συμφωνητικός, πρόθυμος να συμφωνήσει
prepared to agree or consent
03
συμβατός, συμφωνημένος
in keeping
Λεξικό Δέντρο
agreeability
agreeableness
agreeably
agreeable
agree



























