Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Agoraphobia
01
αγοραφοβία
the fear of leaving environments that one knows or considers to be safe, particularly those that are open or crowded
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her agoraphobia made it hard for her to attend crowded events.
Η αγοραφοβία της έκανε δύσκολη τη συμμετοχή σε γεμάτα γεγονότα.



























