Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
agonizing
01
βασανιστικός, οδυνηρός
causing a lot of difficulty, pain, distress, or discomfort
Παραδείγματα
The agonizing defeat in the championship game left the team devastated.
Η οδυνηρή ήττα στο παιχνίδι του πρωταθλήματος άφησε την ομάδα καταστραμμένη.
Λεξικό Δέντρο
agonizingly
agonizing
agonize
agon



























