agonizing
a
ˈæ
ā
go
ni
naɪ
nai
zing
zɪng
zing
agonising

Ορισμός και σημασία του "agonizing"στα αγγλικά

01

βασανιστικός, οδυνηρός

causing a lot of difficulty, pain, distress, or discomfort 
agonizing definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most agonizing
συγκριτικός βαθμός
more agonizing
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The agonizing wait for test results filled her with dread. 

Η βασανιστική αναμονή για τα αποτελέσματα των τεστ τη γέμισε τρόμο.

Λεξικό Δέντρο

agonizingly
agonizing
agonize
agon
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store