common cold
co
ˈkɒ
ko
mmon
mən
mēn
cold
kəʊld
kewld

Ορισμός και σημασία του "common cold"στα αγγλικά

01

κοινό κρυολόγημα, κρυολόγημα

a viral infection causing symptoms like a runny nose, cough, and sore throat 
common cold definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
common colds
Παραδείγματα
He caught a common cold after being outside in the cold. 

Πήρε ένα κοινό κρυολόγημα αφού ήταν έξω στο κρύο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store