commodore
co
ˈkɑ
κα
mmo
mə
μα
dore
ˌdɔr
ντορ

Ορισμός και σημασία του "commodore"στα αγγλικά

01

κομόδωρος, αξιωματικός του ναυτικού

a naval officer ranked above a captain and below a rear admiral, the lowest admiral rank 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
commodores
Παραδείγματα
The commodore led the squadron during the naval exercise. 

Ο κομόδωρος οδήγησε το σμήνος κατά τη διάρκεια της ναυτικής άσκησης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store