Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Commodity
01
εμπόρευμα, πρώτη ύλη
(economics) an unprocessed material that can be traded in different exchanges or marketplaces
Παραδείγματα
Investors often include commodities in their portfolios as a hedge against inflation and market volatility.
Οι επενδυτές συχνά περιλαμβάνουν πρώτες ύλες στα χαρτοφυλάκιά τους ως προστασία ενάντια στον πληθωρισμό και τη μεταβλητότητα της αγοράς.
02
εμπόρευμα, προϊόν
an item, trait, or resource that holds practical worth
Παραδείγματα
During the blackout, candles became a hot commodity.
Κατά τη διάρκεια του μαύρου, τα κεριά έγιναν ένα ζητούμενο εμπόρευμα.
Λεξικό Δέντρο
commodity
commode



























