commodity
co
mmo
ˈmɒ
mo
di
di
ty
ti
ti
community

Ορισμός και σημασία του "commodity"στα αγγλικά

01

εμπόρευμα, πρώτη ύλη

(economics) an unprocessed material that can be traded in different exchanges or marketplaces 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
commodities
Παραδείγματα
Oil has long been a highly valued commodity on the global market, influencing economies and politics. 

Το πετρέλαιο είναι από καιρό ένα πολύτιμο εμπόρευμα στην παγκόσμια αγορά, που επηρεάζει οικονομίες και πολιτική.

02

εμπόρευμα, προϊόν

an item, trait, or resource that holds practical worth 
Παραδείγματα
In today's job market, adaptability is a valuable commodity. 

Στη σημερινή αγορά εργασίας, η προσαρμοστικότητα είναι ένα πολύτιμο εμπόρευμα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

commodity
commode
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store