Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Commiseration
01
συμπόνια, οίκτος
a feeling of sympathy and sorrow for the misfortunes of others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
commiserations
02
συμπόνια, συλλυπητήρια
an expression of sympathy with another's grief
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
commiseration
commiserate
commiser



























