agnostic
Pronunciation
/æɡˈnɑstɪk/

Ορισμός και σημασία του "agnostic"στα αγγλικά

01

αγνωστικιστής, αγνωστικιστικό άτομο

someone who believes it is impossible to know whether God exists or not
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
agnostics
Παραδείγματα
The agnostic argued that human reason can not prove or disprove the divine.
Ο αγνωστικιστής υποστήριξε ότι ο ανθρώπινος λόγος δεν μπορεί να αποδείξει ή να διαψεύσει το θεϊκό.
02

αγνωστικιστής, σκεπτικιστής

someone who is undecided or skeptical about a particular issue or claim
Παραδείγματα
The investor was an agnostic regarding cryptocurrency, neither bullish nor dismissive.
Ο επενδυτής ήταν αγνωστικιστής σχετικά με το κρυπτονόμισμα, ούτε αισιοδοξος ούτε απορριπτικός.
01

αδιάφορος, ουδέτερος

having a neutral or uncertain stance toward something
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most agnostic
συγκριτικός βαθμός
more agnostic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company remained agnostic about which platform to support.
Η εταιρεία παρέμεινε αγνωστική σχετικά με το ποια πλατφόρμα να υποστηρίξει.
02

αγνωστικιστής

(of a person) believing that the existence of God or supernatural is unknown and unknowable
Παραδείγματα
Her agnostic beliefs shaped her approach to spiritual questions with humility and skepticism.
Οι αγνωστικιστικές της πεποιθήσεις διαμόρφωσαν την προσέγγισή της στις πνευματικές ερωτήσεις με ταπείνωση και σκεπτικισμό.

Λεξικό Δέντρο

agnostical
agnosticism
agnostic
agnost
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store