Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
comical
01
κωμικός, αστείος
causing laughter or amusement because of being funny or ridiculous
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most comical
συγκριτικός βαθμός
more comical
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The comical dance routine performed by the children was the highlight of the talent show.
Η κωμική χορευτική ρουτίνα που εκτέλεσαν τα παιδιά ήταν το αποκορύφωμα του σόου ταλέντων.
Λεξικό Δέντρο
comicality
comically
comical
comic



























