comical
Pronunciation
/ˈkɑmɪkəɫ/

Ορισμός και σημασία του "comical"στα αγγλικά

01

κωμικός, αστείος

causing laughter or amusement because of being funny or ridiculous
comical definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most comical
συγκριτικός βαθμός
more comical
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The comical dance routine performed by the children was the highlight of the talent show.
Η κωμική χορευτική ρουτίνα που εκτέλεσαν τα παιδιά ήταν το αποκορύφωμα του σόου ταλέντων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store