comical
co
ˈkɒ
ko
mi
mi
cal
kəl
kēl
conical

Ορισμός και σημασία του "comical"στα αγγλικά

01

κωμικός, αστείος

causing laughter or amusement because of being funny or ridiculous 
comical definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most comical
συγκριτικός βαθμός
more comical
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His exaggerated facial expressions during the magic show were comical and entertaining. 

Οι υπερβολικές εκφράσεις του προσώπου του κατά τη διάρκεια της μαγικής παράστασης ήταν κωμικές και διασκεδαστικές.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store