Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Comer
01
νικητής, φαβορί
someone or something that has a high chance of success
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
comers
02
αφιχθείς, νεοφερμένος
someone who arrives (or has arrived)
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
overcomer
comer
come



























