comedy
co
ˈkɒ
ko
me
mi
dy
di
di
comely

Ορισμός και σημασία του "comedy"στα αγγλικά

01

κωμωδία, χιούμορ

a genre that emphasizes humor and often has a happy or lighthearted conclusion 
comedy definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
comedies
Παραδείγματα
The play is a comedy that explores the absurdity of everyday life. 

Το έργο είναι μια κωμωδία που εξερευνά το παράλογο της καθημερινής ζωής.

02

κωμωδία, φάρσα

a comic incident or series of incidents 
03

κωμωδία

a type of entertainment that aims to make people laugh by using humor, jokes, and funny situations 
Παραδείγματα
The comedy had the audience laughing from start to finish. 

Η κωμωδία έκανε το κοινό να γελάει από την αρχή μέχρι το τέλος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store