come with
come
kʌm
καμ
with
wɪð
ουιδ
/kˈʌm wɪð/

Ορισμός και σημασία του "come with"στα αγγλικά

to come with
[phrase form: come]
01

συνοδεύεται από, συνδέεται με

to be inherently associated with an entity or an event
to come with definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come with
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes with
ενεστώτα μετοχή
coming with
απλός αόριστος
came with
παθητική μετοχή
come with
Παραδείγματα
Being a shareholder comes with the advantage of coming with influence in company decisions.
Το να είσαι μέτοχος συνεπάγεται το πλεονέκτημα της επιρροής στις αποφάσεις της εταιρείας.
02

συνοδεύω, έρχομαι μαζί

(Upper Midwestern US) to accompany or join someone or something
Slang
Παραδείγματα
It 's always more fun to come with friends to events like these.
Είναι πάντα πιο διασκεδαστικό να έρχεσαι με φίλους σε εκδηλώσεις σαν αυτές.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store