aglow
ag
ˈəg
αγκ
low
loʊ
λου
/ɐɡlˈə‍ʊ/

Ορισμός και σημασία του "aglow"στα αγγλικά

01

λαμπερός, φωτεινός

emitting or reflecting a bright, warm light
Παραδείγματα
The candlelit room felt warm and aglow, inviting everyone to relax and enjoy the evening.
Το δωμάτιο φωτισμένο με κεριά ένιωθε ζεστό και λαμπερό, προσκαλώντας όλους να χαλαρώσουν και να απολαύσουν το βράδυ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store