aglow
ag
ˈəg
ēg
low
ləʊ
lew
allow

Ορισμός και σημασία του "aglow"στα αγγλικά

01

λαμπερός, φωτεινός

emitting or reflecting a bright, warm light 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
light, appearance, atmosphere
Παραδείγματα
The forest was aglow with fireflies, creating a magical evening scene. 

Το δάσος ήταν φωτεινό από πυγολαμπίδες, δημιουργώντας μια μαγική βραδινή σκηνή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store