agitator
a
ˈæ
ā
gi
ʤɪ
ji
ta
teɪ
tei
tor
tə
tē

Ορισμός και σημασία του "agitator"στα αγγλικά

01

προβοκάτορας, ταραξίας

one who agitates; a political troublemaker 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
agitators

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

agitator
agitate
agit
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store