Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Agitator
01
προβοκάτορας, ταραξίας
one who agitates; a political troublemaker
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
agitators
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
προβοκάτορας, ταραξίας