Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to wash in
01
to enter an area after being carried there by flowing water, such as rain, waves, or stormwater
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ομαλό
αχώριστο
μόριο
in
βασικό ρήμα
wash
Παραδείγματα
Fertilizer can wash in after heavy rain.



























