Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come around
01
αλλάζω γνώμη, αφήνω τον εαυτό μου να πειστεί
to completely change one's decision or opinion
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come around
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes around
ενεστώτα μετοχή
coming around
απλός αόριστος
came around
παθητική μετοχή
come around
Παραδείγματα
The public opinion has started to come around on the issue of climate change.
Η κοινή γνώμη έχει αρχίσει να αλλάζει γνώμη για το ζήτημα της κλιματικής αλλαγής.
02
ξαναρχίζω να συνειδητοποιώ, ξυπνώ
to awaken from a state of unconsciousness
Intransitive
Παραδείγματα
The hiker fell and hit his head, but he quickly came around and was able to continue the hike.
Ο πεζοπόρος έπεσε και χτύπησε το κεφάλι του, αλλά γρήγορα ξαναβρήκε τις αισθήσεις του και μπόρεσε να συνεχίσει την πεζοπορία.
03
πέρασε, έλα
to visit someone at their house or place
Intransitive
Παραδείγματα
We should come around and surprise our friends with a visit while we're in town.
Θα πρέπει να περάσουμε και να εκπλήξουμε τους φίλους μας με μια επίσκεψη ενώ είμαστε στην πόλη.
04
επαναλαμβάνομαι, συμβαίνω
to occur at regular intervals
Intransitive
Παραδείγματα
The comet 's appearance comes around every few decades, captivating astronomers and stargazers.
Η εμφάνιση του κομήτη συμβαίνει κάθε λίγες δεκαετίες, γοητεύοντας αστρονόμους και αστρολάτρες.



























