Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come around
01
αλλάζω γνώμη, αφήνω τον εαυτό μου να πειστεί
to completely change one's decision or opinion
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
around
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come around
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes around
ενεστώτα μετοχή
coming around
απλός αόριστος
came around
παθητική μετοχή
come around
Παραδείγματα
After hearing all the arguments, she finally came around and agreed to join us.
Αφού άκουσε όλα τα επιχειρήματα, τελικά άλλαξε γνώμη και συμφώνησε να μας ενταχθεί.
02
ξαναρχίζω να συνειδητοποιώ, ξυπνώ
to awaken from a state of unconsciousness
Intransitive
Παραδείγματα
After fainting, it took her a few minutes to come around and realize where she was.
Μετά την λιποθυμία, της πήρε μερικά λεπτά να συνέλθει και να συνειδητοποιήσει πού βρισκόταν.
03
πέρασε, έλα
to visit someone at their house or place
Intransitive
Παραδείγματα
They invited us to come around for dinner at their new house.
Μας προσκάλεσαν να περάσουμε για δείπνο στο νέο τους σπίτι.
04
επαναλαμβάνομαι, συμβαίνω
to occur at regular intervals
Intransitive
Παραδείγματα
The holidays come around every year, bringing joy and togetherness.
Οι διακοπές έρχονται κάθε χρόνο, φέρνοντας χαρά και ενότητα.



























