Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come apart
01
αποσυναρμολογούμαι, διαλύομαι
to disassemble or break into separate pieces
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
apart
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come apart
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes apart
ενεστώτα μετοχή
coming apart
απλός αόριστος
came apart
παθητική μετοχή
come apart
Παραδείγματα
The toy robot came apart when it fell off the shelf.
Το ρομπότ παιχνίδι διαλύθηκε όταν έπεσε από το ράφι.
02
καταρρέω, σπάω
to experience an emotional or mental breakdown
Intransitive
Παραδείγματα
After the tragic news, she felt herself starting to come apart emotionally.
Μετά την τραγική είδηση, αισθάνθηκε να αρχίζει να καταρρέει συναισθηματικά.



























