Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to come apart
[phrase form: come]
01
αποσυναρμολογούμαι, διαλύομαι
to disassemble or break into separate pieces
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
apart
βασικό ρήμα
come
ενεστώτας
come apart
γ΄ ενικό πρόσωπο
comes apart
ενεστώτα μετοχή
coming apart
απλός αόριστος
came apart
παθητική μετοχή
come apart
Παραδείγματα
The bridge collapsed, and the sections came apart, causing a major traffic disruption.
Η γέφυρα κατέρρευσε και τα τμήματα διαχωρίστηκαν, προκαλώντας μια σημαντική διακοπή της κυκλοφορίας.
02
καταρρέω, σπάω
to experience an emotional or mental breakdown
Intransitive
Παραδείγματα
The constant conflicts and arguments in their relationship made it come apart at the seams.
Οι συνεχείς συγκρούσεις και διαφωνίες στη σχέση τους έκαναν τα πάντα να καταρρεύσουν.



























