Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to combust
01
καίω, εκρήγνυμαι
to burn or explode as a result of a chemical reaction with oxygen
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
combust
γ΄ ενικό πρόσωπο
combusts
ενεστώτα μετοχή
combusting
απλός αόριστος
combusted
παθητική μετοχή
combusted
Παραδείγματα
The fuel will combust when it reaches a high enough temperature.
Το καύσιμο θα καεί όταν φτάσει σε αρκετά υψηλή θερμοκρασία.
02
ανάβω, καίω
to make something catch fire and burn
Transitive: to combust sth
Παραδείγματα
The chemist carefully combusted the substances to observe the resulting reaction.
Ο χημικός έκαψε προσεκτικά τις ουσίες για να παρατηρήσει την προκύπτουσα αντίδραση.
Λεξικό Δέντρο
combustible
combustion
combustive
combust



























