combatant
com
ˈkɒm
kom
ba
tant
tənt
tēnt
comburant

Ορισμός και σημασία του "combatant"στα αγγλικά

01

μαχητής, πολεμιστής

an individual engaged in fighting or warfare, typically as a member of a military force or armed group 
combatant definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
combatants
Παραδείγματα
The combatant charged bravely into battle, wielding his sword with skill and determination. 

Ο μαχητής επιτέθηκε γενναία στη μάχη, χειριζόμενος το σπαθί του με δεξιότητα και αποφασιστικότητα.

01

μαχητής, έτοιμος για μάχη

engaging in or ready for combat 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store