Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Colorist
01
χρωματολόγος, ειδικός τεχνικών βαφής μαλλιών
a trained professional who specializes in hair coloring techniques
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
colorists
02
χρωματιστής, καλλιτέχνης χρωματιστής
an artist who specializes in adding color to artwork, such as illustrations or comics
Λεξικό Δέντρο
colorist
color



























