collusive
Pronunciation
/kəˈɫusɪv/

Ορισμός και σημασία του "collusive"στα αγγλικά

01

συνενοχικός, μυστική παράνομη

involving an activity that is secret or illegal intended to deceive people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most collusive
συγκριτικός βαθμός
more collusive
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store