Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
collusive
01
συνενοχικός, μυστική παράνομη
involving an activity that is secret or illegal intended to deceive people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most collusive
συγκριτικός βαθμός
more collusive
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
collusive
collude



























