collusion
co
llu
ˈlu:
loo
sion
ʒən
zhēn
collisioncollationcollodion

Ορισμός και σημασία του "collusion"στα αγγλικά

01

συνωμοσία, συνενοχή

secret agreement particularly made to deceive people 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
collusions
Παραδείγματα
The investigation uncovered evidence of collusion between the companies to fix prices. 

Η έρευνα αποκάλυψε αποδεικτικά στοιχεία συνωμοσίας μεταξύ των εταιρειών για τον καθορισμό τιμών.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store