atheistic
atheistic
e‌ɪθɪɪstɪk
eithiistik
atomisticatavistic

Ορισμός και σημασία του "atheistic"στα αγγλικά

01

αθεϊστικός, άθεος

relating to the belief that God or gods do not exist 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
religion, philosophy
Παραδείγματα
He follows an atheistic philosophy. 

Ακολουθεί μια αθεϊστική φιλοσοφία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

atheistic
atheist
athe
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store