anti-racist
an
æn
ān
ti
ti
ti
ra
reɪ
rei
cist
sɪst
sist

Ορισμός και σημασία του "anti-racist"στα αγγλικά

01

αντιρατσιστής, αντιρατσιστική προσωπικότητα

a person who opposes or works to prevent racial discrimination 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
anti-racists
Παραδείγματα
She is a dedicated anti-racist in her community. 

Είναι μια αφοσιωμένη αντιρατσίστρια στην κοινότητά της.

anti-racist
01

αντιρατσιστικός, κατά της φυλετικής διάκρισης

opposing racial discrimination or unfair treatment based on race 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most anti-racist
συγκριτικός βαθμός
more anti-racist
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The city council approved an anti-racist initiative. 

Το δημοτικό συμβούλιο ενέκρινε μια αντιρατσιστική πρωτοβουλία.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store