retirement home
re
ri
tire
ˈtaɪər
taier
ment
mənt
mēnt
home
hoʊm
howm
/ɹɪtˈaɪəmənt hˈəʊm/

Ορισμός και σημασία του "retirement home"στα αγγλικά

Retirement home
01

γηροκομείο, κατοικία συνταξιούχων

a place where older people live and receive care, often in a community of similar homes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
retirement homes
Παραδείγματα
The staff at the retirement home help residents with daily tasks.
Το προσωπικό του γηροκομείου βοηθά τους κατοίκους στις καθημερινές τους εργασίες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store