twitchy
twit
ˈtwɪ
tvi
chy
ˌʧi
chi
/twˈɪt‌ʃi/

Ορισμός και σημασία του "twitchy"στα αγγλικά

01

νευρικός, ανήσυχος

nervous, anxious, or easily worried
Informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
twitchiest
συγκριτικός βαθμός
twitchier
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Investors became twitchy when the market started to fall.
Οι επενδυτές έγιναν νευρικοί όταν η αγορά άρχισε να πέφτει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store