keyed up
keyed
ki:d
kid
up
ʌp
ap

Ορισμός και σημασία του "keyed up"στα αγγλικά

01

νευρικός, τεταμένος

feeling nervous, tense, or very excited 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most keyed up
συγκριτικός βαθμός
more keyed up
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She was keyed up before giving her first presentation. 

Ήταν νευρική πριν κάνει την πρώτη της παρουσίαση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store