keyed up
Pronunciation
/kˈiːd ˈʌp/

Ορισμός και σημασία του "keyed up"στα αγγλικά

01

νευρικός, τεταμένος

feeling nervous, tense, or very excited
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most keyed up
συγκριτικός βαθμός
more keyed up
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The children were keyed up on the last day of school.
Τα παιδιά ήταν νευρικά την τελευταία μέρα του σχολείου.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store