psyched
psyched
saɪkt
saikt
/sˈa‌ɪkd/

Ορισμός και σημασία του "psyched"στα αγγλικά

01

ενθουσιασμένος, παθιασμένος

very excited or eager, especially about a future event
Informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most psyched
συγκριτικός βαθμός
more psyched
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He felt psyched about meeting his favorite author.
Αισθάνθηκε ενθουσιασμένος που θα γνώριζε τον αγαπημένο του συγγραφέα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store