devolved
de
di
volved
ˈvɑlvd
vaalvd
/dɪvˈɒlvd/

Ορισμός και σημασία του "devolved"στα αγγλικά

01

αποκεντρωμένος, μεταβιβασμένος

transferred from a central government to a local or regional authority
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Devolved jurisdictions can create policies suited to their area.
Οι αποκεντρωμένες δικαιοδοσίες μπορούν να δημιουργήσουν πολιτικές που είναι κατάλληλες για την περιοχή τους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store