devolved
de
ντι
volved
ˈvɒlvd
βολβντ
absolvedresolvedinvolvedrevolved

Ορισμός και σημασία του "devolved"στα αγγλικά

01

αποκεντρωμένος, μεταβιβασμένος

transferred from a central government to a local or regional authority 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
government, politics, administration
Παραδείγματα
Devolved administrations manage local budgets independently. 

Οι αποκεντρωμένες διοικήσεις διαχειρίζονται τους τοπικούς προϋπολογισμούς ανεξάρτητα.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

devolved
devolve
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store