Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
interventionist
01
παρεμβατικός, κρατιστικός
supporting government involvement in the economy or in other countries' affairs
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most interventionist
συγκριτικός βαθμός
more interventionist
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The administration adopted interventionist policies to stabilize the economy.
Η διοίκηση υιοθέτησε παρεμβατικές πολιτικές για να σταθεροποιήσει την οικονομία.



























