Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Agglomerate
01
συσσωμάτωμα, σωρός
a collection of objects laid on top of each other
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
agglomerates
02
συσσωμάτωμα, ηφαιστειακή βράχωση
volcanic rock consisting of large fragments fused together
to agglomerate
01
συσσωρεύομαι, συγκεντρώνομαι
to come together or grow into a unified mass or cluster
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
agglomerate
γ΄ ενικό πρόσωπο
agglomerates
ενεστώτα μετοχή
agglomerating
απλός αόριστος
agglomerated
παθητική μετοχή
agglomerated
Παραδείγματα
The dust particles in the air began to agglomerate, forming dense clouds.
Τα σωματίδια σκόνης στον αέρα άρχισαν να συσσωματώνονται, σχηματίζοντας πυκνά σύννεφα.
agglomerate
01
συγκεντρωμένος, συσσωρευμένος
clustered together but not coherent
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most agglomerate
συγκριτικός βαθμός
more agglomerate
διαβαθμίσιμο



























